καρπός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρπός καρποί
γενική καρπού καρπών
αιτιατική καρπό καρπούς
κλητική καρπέ καρποί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρπός < αρχαία ελληνική καρπός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaɾ.ˈpɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαύρος επίδεσμος περιβάλλει τον καρπό(1)

καρπός αρσενικό

  1. άρθρωση του ανθρώπινου σώματος: εκεί που ενώνεται η παλάμη με την κερκίδα και την ωλένη
  2. (βοτανική) το μέρος ενός φυτού που προέρχεται από το άνθος μετά τη γονιμοποίηση και περιέχει τους σπόρους· το φρούτο
    αν και οι ντομάτες είναι καρποί συνήθως συγκαταλέγονται στα λαχανικά και όχι στα φρούτα
  3. (μεταφορικά) το αποτέλεσμα
  4. (μεταφορικά) το παιδί

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρπός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρπός αρσενικό

  1. καρπός, το τελικό αποτέλεσμα της εξέλιξης του άνθους ενός φυτού, αυτό που περιέχει τα σπέρματα
  2. (μεταφορικά) προϊόν, γέννημα
    • παιδί (καρπός της κοιλίας)
    • ποίημα (καρπός του νου)
    • κέρδος (καρπός εμπορίου)
    • αποτέλεσμα (καρπός ενεργειών)
  3. καρπός (άρθρωση)