θερισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θερισμός θερισμοί
γενική θερισμού θερισμών
αιτιατική θερισμό θερισμούς
κλητική θερισμέ θερισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θερισμός < αρχαία ελληνική < θερίζω < θέρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θερισμός αρσενικό

  1. η ενέργεια του θερίζω, η κοπή των στάχεων των δημητριακών
  2. η εποχή που θερίζουν το σιτάρι και τα άλλα δημητριακά


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]