καρπίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρπίζω < αρχαία ελληνική καρπίζω < καρπός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *(s)ker-p- (κόβω, δρέπω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καρπίζω

  1. απολαμβάνω τους καρπούς
  2. εκμεταλλεύομαι
  3. κάνω να καρποφορήσει

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]