σπέρμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπέρμα σπέρματα
γενική σπέρματος σπερμάτων
αιτιατική σπέρμα σπέρματα
κλητική σπέρμα σπέρματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σπέρμα < αρχαία ελληνική σπέρμα < σπείρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπέρμα ουδέτερο

  1. (βιολογία) το υγρό που εκκρίνεται από τους αδένες του ανδρικού γεννητικού συστήματος και στο οποίο τα σπερματοζωάρια που περιέχονται επιβιώνουν όταν βρεθούν έξω από το σώμα
  2. (μεταφορικά) η αρχική μορφή ενός πράγματος, που έχει δημιουργηθεί ή συλληφθεί αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί
  3. (μεταφορικά) η αιτία
    Το σπέρμα του κακού.
  4. (συνεκδοχικά) το παιδί, το τέκνο
    Τέτοιο κακό, από το ίδιο του το σπέρμα!

Εκφράσεις[]

  • δότης σπέρματος: σπερματοδότης, ο άνδρας που παρέχει το σπέρμα του για ιατρικούς σκοπούς και, συγκεκριμένα, για τεχνητή γονιμοποίηση
  • τράπεζα σπέρματος: ο οργανισμός που συλλέγει και διατηρεί το ανθρώπινο σπέρμα σε κατάλληλες συνθήκες, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην τεχνητή γονιμοποίηση
  • εν σπέρματι: το πρωταρχικό στάδιο εξέλιξης και επεξεργασίας μιας θεωρίας ή ενός σχεδίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική σπέρμα σπέρματε σπέρματα
Γενική σπέρματος σπερμάτοιν σπερμάτων
Δοτική σπέρματι σπερμάτοιν σπέρμασι
Αιτιατική σπέρμα σπέρματε σπέρματα
Κλητική σπέρμα σπέρματε σπέρματα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σπέρμα ουδέτερο

  1. ο σπόρος
  2. η πρώτη αρχή, το στοιχείο
  3. το σπέρμα
  4. η γενιά, η καταγωγή
  5. ο απόγονος