Μετάβαση στο περιεχόμενο

σπέρμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σπέρμα τα σπέρματα
      γενική του σπέρματος των σπερμάτων
    αιτιατική το σπέρμα τα σπέρματα
     κλητική σπέρμα σπέρματα
Κατηγορία όπως «κύμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπέρμα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σπέρμα < σπείρω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπέρμα ουδέτερο

  1. ο σπόρος
    παράδειγμα  το σπέρμα αποτελείται από τέσσερα τα κύρια μέρη: περισπέρμιο, μικροπύλη, κοτυληδόνα και φυτικό έμβρυο
  2. (βιολογία) το υγρό που εκκρίνεται από τους αδένες του ανδρικού γεννητικού συστήματος και στο οποίο τα σπερματοζωάρια που περιέχονται επιβιώνουν όταν βρεθούν έξω από το σώμα
  3. (μεταφορικά) η αρχική μορφή ενός πράγματος, που έχει δημιουργηθεί ή συλληφθεί αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί
  4. (μεταφορικά) η αιτία, η προέλευση , η πηγή.
    παράδειγμα  το σπέρμα του κακού
  5. (συνεκδοχικά) ο απόγονος, το παιδί, το τέκνο
    παράδειγμα  Τέτοιο κακό, από το ίδιο του το σπέρμα!

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • δότης σπέρματος: σπερματοδότης, ο άνδρας που παρέχει το σπέρμα του για ιατρικούς σκοπούς και, συγκεκριμένα, για τεχνητή γονιμοποίηση
  • τράπεζα σπέρματος: ο οργανισμός που συλλέγει και διατηρεί το ανθρώπινο σπέρμα σε κατάλληλες συνθήκες, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην τεχνητή γονιμοποίηση
  • εν σπέρματι: το πρωταρχικό στάδιο εξέλιξης και επεξεργασίας μιας θεωρίας ή ενός σχεδίου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ σπέρμᾰ τὰ σπέρμᾰτ
      γενική τοῦ σπέρμᾰτος τῶν σπερμᾰ́των
      δοτική τῷ σπέρμᾰτ τοῖς σπέρμᾰσῐ(ν)
    αιτιατική τὸ σπέρμᾰ τὰ σπέρμᾰτ
     κλητική ! σπέρμᾰ σπέρμᾰτ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σπέρμᾰτε
γεν-δοτ τοῖν  σπερμᾰ́τοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'κτῆμα' όπως «κτῆμα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
σπέρμα < θέμα σπερ- του σπείρω + -μα. Συγγενή: μυκηναϊκή διάλεκτος 𐀟𐀔 (pe-ma), 𐀟𐀗 (pe-mo)[1]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

σπέρμα ουδέτερο

  1. ο σπόρος
      3ος/2ος πκε αιώνας Παλαιὰ Διαθήκη κατά την μετάφραση των Εβδομήκοντα , Γένεσις, Κεφάλαιον λη'
    εἶπε δὲ Ἰούδας τῷ Αὐνάν· εἴσελθε πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου καὶ ἐπιγάμβρευσαι αὐτὴν καὶ ἀνάστησον σπέρμα τῷ ἀδελφῷ σου. γνοὺς δὲ Αὐνὰν ὅτι οὐκ αὐτῷ ἔσται τὸ σπέρμα, ἐγίνετο ὅταν εἰσήρχετο πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ἐξέχεεν ἐπὶ τὴν γῆν τοῦ μὴ δοῦναι σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ
  2. το σπέρμα
  3. η πρώτη αρχή, το στοιχείο
  4. η γενιά, η καταγωγή
  5. ο απόγονος

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.