σπερματοδότης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπερματοδότηα σπερματοδότηες
γενική σπερματοδότηας
αιτιατική σπερματοδότηα σπερματοδότηες
κλητική σπερματοδότηα σπερματοδότηες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπερματοδότης < σπέρμα + δότης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπερματοδότης αρσενικό

  1. Αυτός που διαθέτει το σπέρμα του σε άλλη οικογένεια που δεν μπορεί να κάνει παιδιά από μόνη της λόγω προβλημάτων του άντρα π.χ. επειδή ο άντρας είναι στείρος ή το σπέρμα του έχει ελατωματικά σπερματοζωάρια