σπερματόρροια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σπερματόρροια σπερματόρροιες
γενική σπερματόρροιας σπερματορροιών
αιτιατική σπερματόρροια σπερματόρροιες
κλητική σπερματόρροια σπερματόρροιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σπερματόρροια < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σπερματόρροια θηλυκό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]