αρχικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αρχικός αρχική αρχικό
γενική αρχικού αρχικής αρχικού
αιτιατική αρχικό αρχική αρχικό
κλητική αρχικέ αρχική αρχικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρχικοί αρχικές αρχικά
γενική αρχικών αρχικών αρχικών
αιτιατική αρχικούς αρχικές αρχικά
κλητική αρχικοί αρχικές αρχικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρχικός < άρχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αρχικός -ή, -ό{ν)

εκείνος που έχει την ικανότητα να άρχει, αλλά και εκείνος που θέλει να εξουσιάζει, φίλαρχος, δεσποτικός και συνεκδοχ. «πρώτος», αρχικοί χρόνοι ρημάτων.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]