δεσποτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δεσποτικός δεσποτική δεσποτικό
γενική δεσποτικού δεσποτικής δεσποτικού
αιτιατική δεσποτικό δεσποτική δεσποτικό
κλητική δεσποτικέ δεσποτική δεσποτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δεσποτικοί δεσποτικές δεσποτικά
γενική δεσποτικών δεσποτικών δεσποτικών
αιτιατική δεσποτικούς δεσποτικές δεσποτικά
κλητική δεσποτικοί δεσποτικές δεσποτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεσποτικός (1,2) < αρχαία ελληνική δεσποτικός < δεσπότης
δεσποτικός (3,4) < μεσαιωνική ελληνική δεσποτικός < αρχαία ελληνική δεσποτικός < δεσπότης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɛ.spɔ.ti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δεσποτικός, -ή, -ό

  1. (για καθεστώς) που ενεργεί αυθαίρετα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του τις αντίθετες απόψεις
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απολυταρχικός, αυταρχικός, τυραννικός
  2. (για συμπεριφορά) που χαρακτηρίζεται από αυθαίρετους τρόπους, δεν δέχεται αντιρρήσεις
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: απολυταρχικός, αυταρχικός, τυραννικός
  3. που έχει σχέση με το δεσπότη, ανήκει σ’ αυτόν ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  4. (ουσιαστικοποιημένο) δεσποτικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]