αυταρχικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική αυταρχικός αυταρχική αυταρχικό
γενική αυταρχικού αυταρχικής αυταρχικού
αιτιατική αυταρχικό αυταρχική αυταρχικό
κλητική αυταρχικέ αυταρχική αυταρχικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυταρχικοί αυταρχικές αυταρχικά
γενική αυταρχικών αυταρχικών αυταρχικών
αιτιατική αυταρχικούς αυταρχικές αυταρχικά
κλητική αυταρχικοί αυταρχικές αυταρχικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αυταρχικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

αυταρχικός, -ή, -ό

  1. αποφασίζει και ενεργεί χωρίς να λαβαίνει υπόψη του τη γνώμη των άλλων


32πχ Μεταφράσεις[]