αυταρχικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αυταρχικός αυταρχική αυταρχικό
γενική αυταρχικού αυταρχικής αυταρχικού
αιτιατική αυταρχικό αυταρχική αυταρχικό
κλητική αυταρχικέ αυταρχική αυταρχικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αυταρχικοί αυταρχικές αυταρχικά
γενική αυταρχικών αυταρχικών αυταρχικών
αιτιατική αυταρχικούς αυταρχικές αυταρχικά
κλητική αυταρχικοί αυταρχικές αυταρχικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αυταρχικός < μεσαιωνική ελληνική αὐταρχικός < ελληνιστική κοινή αὐταρχία < αὔταρχος < αρχαία ελληνική αὐτός + ἀρχή ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική autocratique)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αυταρχικός, -ή, -ό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]