διαλλακτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαλλακτικός διαλλακτική διαλλακτικό
γενική διαλλακτικού διαλλακτικής διαλλακτικού
αιτιατική διαλλακτικό διαλλακτική διαλλακτικό
κλητική διαλλακτικέ διαλλακτική διαλλακτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαλλακτικοί διαλλακτικές διαλλακτικά
γενική διαλλακτικών διαλλακτικών διαλλακτικών
αιτιατική διαλλακτικούς διαλλακτικές διαλλακτικά
κλητική διαλλακτικοί διαλλακτικές διαλλακτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλλακτικός < ελληνιστική κοινή διαλλακτικός < αρχαία ελληνική διαλλάσσω < διά + ἀλλάσσω / ἀλλάττω < ἄλλος < ινδοευρωπαϊκή *h₂élyos

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

διαλλακτικός

  1. που είναι ανοιχτός σε συμβιβασμούς, που έχει διάθεση να συζητήσει, να κάνει παραχωρήσεις για την επίλυση διαφορών.
    Αν εμφανιζόσουν λίγο πιο διαλλακτικός, θα μπορούσε το αφεντικό να χαλάρωνε τη στάση του

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]