διαλλακτικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική διαλλακτικός διαλλακτική διαλλακτικό
γενική διαλλακτικού διαλλακτικής διαλλακτικού
αιτιατική διαλλακτικό διαλλακτική διαλλακτικό
κλητική διαλλακτικέ διαλλακτική διαλλακτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαλλακτικοί διαλλακτικές διαλλακτικά
γενική διαλλακτικών διαλλακτικών διαλλακτικών
αιτιατική διαλλακτικούς διαλλακτικές διαλλακτικά
κλητική διαλλακτικοί διαλλακτικές διαλλακτικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλλακτικός < ελληνιστική κοινή διαλλακτικός < αρχαία ελληνική διαλλάσσω < διά + ἀλλάσσω / ἀλλάττω < ἄλλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos

Επίθετο[επεξεργασία]

διαλλακτικός, -ή, -ό

  • που είναι ανοιχτός σε συμβιβασμούς, που έχει διάθεση να συζητήσει, να κάνει παραχωρήσεις για την επίλυση διαφορών, αυτός που λαμβάνει υπόψη και την αντίθετη άποψη.
    Αν εμφανιζόσουν λίγο πιο διαλλακτικός, θα μπορούσε το αφεντικό να χαλάρωνε τη στάση του.

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]