πεισματάρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεισματάρης < πείσμα


πτώση ενικός
ονομαστική πεισματάρης πεισματάρα πεισματάρικο
γενική πεισματάρη πεισματάρας πεισματάρικου
αιτιατική πεισματάρη πεισματάρα πεισματάρικο
κλητική πεισματάρη πεισματάρα πεισματάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πεισματάρηδες πεισματάρες πεισματάρικα
γενική πεισματάρηδων (πεισματάρων) πεισματάρικων
αιτιατική πεισματάρηδες πεισματάρες πεισματάρικα
κλητική πεισματάρηδες πεισματάρες πεισματάρικα


Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πεισματάρης, -α, -ικο

  1. αυτός που δεν αλλάζει γνώμη εύκολα και εμμένει στις αποφάσεις του παρά τα λογικά επιχειρήματα που επικαλούνται οι άλλοι, ο πείσμων, ο ξεροκέφαλος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]