Μετάβαση στο περιεχόμενο

ἄλλος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ἄλλος < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *áľľos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos[1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂el- (άλλος, πέρα). Συγγενή: λατινική alius (άλλος).

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ál.los/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός : ἄλ‐λος

Αντωνυμία

[επεξεργασία]

ἄλλος, -η, -ο

  1. ένας άλλος, ακόμα ένας
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 6 (Ζ. Ἕκτορος καὶ Ἀνδρομάχης ὁμιλία.), στίχ. 476
    Ζεῦ, ἄλλοι τε θεοί
    ω Δία και οι άλλοι θεοί
  2. (μιλώντας για δύο) ο άλλος
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Πλάτων, Πρωταγόρας, 321
    τὴν τοῦ Ἡφαίστου καὶ τὴν ἄλλην τὴν τῆς Ἀθηνᾶς
    εκείνη του Ηφαίστου και εκείνη της Αθηνάς
  3. (μιλώντας για δύο) ένας δεύτερος
    ※  1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς.29
    ἄλλος οὗτος Ἡρακλῆς
    αυτός είναι ένας δεύτερος Ηρακλής
  4. άλλος, διάφορος, διαφορετικός, διαφορετικού είδους
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 13 (Ν. Μάχη ἐπὶ ταῖς ναυσί.), στίχ. 64
  5. με το τις· οποιοσδήποτε άλλος
    ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 24 (Ω. Ἕκτορος λύτρα.), στίχ. 697
  6. «οὐδεὶς ἄλλος» κανείς άλλος
  7. συχνά με άλλες δικές του πτώσεις ή παράγωγα επιρρήματα
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Β, 1.15
    ἄλλα ἄλλα λέγει
    άλλα λέει ο ένας, άλλα ο άλλος
    ο καθένας το κοντό του και το μακρύ του
  8. «ἄλλος καὶ ἄλλος» ο ένας και μετά ο άλλος, ένας ή δύο
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Α, 5.12
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Δ, 1.15
    ἄλλο καὶ ἄλλο
    το ένα μετά το άλλο
    ※  325-265 πκε Εὐκλείδης Στοιχεῖα, α΄, ζ΄
    πρὸς ἄλλῳ καὶ ἄλλῳ σημείῳ
    σε διαφορετικά σημεία
  9. με επανάληψη για έμφαση
    ※  5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Φοίνισσαι, 132
    ἄλλος ἄλλος τρόπος
    εντελώς διαφορετικός τρόπος
  10. σε αντίθεση με μια προηγούμενη ιδέα
    1. άλλος (εκτός των υπηκόων), αλλοδαπός
      ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 23 (ψ. Ὀδυσσέως ὑπὸ Πηνελόπης ἀναγνωρισμός.), στίχ. 274
    2. άλλος (από αυτόν που υπάρχει), ψεύτικος, μη πραγματικός
      ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 348
    3. άλλος (από τον σωστό), ανέντιμος, κακός
      ※  1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Ἠθικά, 187d
    4. άλλος (από τον τωρινό), επόμενος, υπόλοιπος
      παράδειγμα τὸν ἄλλον χρόνον
           τον υπόλοιπο χρόνο
      παράδειγμα τῷ ἄλλῳ ἔτει
           το επόμενο έτος, του χρόνου

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ὁ ἄλλος ἡ ἄλλη τὸ ἄλλον
      γενική τοῦ ἄλλου τῆς ἄλλης τοῦ ἄλλου
      δοτική τῷ ἄλλῳ τῇ ἄλλῃ τῷ ἄλλῳ
    αιτιατική τὸν ἄλλον τὴν ἄλλην τὸ ἄλλον
     κλητική ὦ! ἄλλε ἄλλη ἄλλον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἄλλοι αἱ ἄλλαι τὰ ἄλλᾰ
      γενική τῶν ἄλλων τῶν ἄλλων τῶν ἄλλων
      δοτική τοῖς ἄλλοις ταῖς ἄλλαις τοῖς ἄλλοις
    αιτιατική τοὺς ἄλλους τὰς ἄλλᾱς τὰ ἄλλᾰ
     κλητική ὦ! ἄλλοι ἄλλαι ἄλλᾰ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἄλλω τὼ ἄλλᾱ τὼ ἄλλω
      γεν-δοτ τοῖν ἄλλοιν τοῖν ἄλλαιν τοῖν ἄλλοιν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'μέγιστος' όπως «στρογγύλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ ἄλλος σελ. 72 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.