ἄλλος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ἄλλος < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *áľľos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂élyos[1] < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂el- (άλλος, πέρα). Συγγενή: λατινική alius (άλλος).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ál.los/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ἄλ‐λος
Αντωνυμία
[επεξεργασία]ἄλλος, -η, -ο
- ένας άλλος, ακόμα ένας
- (μιλώντας για δύο) ο άλλος
- (μιλώντας για δύο) ένας δεύτερος
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Βίοι Παράλληλοι, Θησεύς.29
- άλλος, διάφορος, διαφορετικός, διαφορετικού είδους
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 13 (Ν. Μάχη ἐπὶ ταῖς ναυσί.), στίχ. 64
- με το τις· οποιοσδήποτε άλλος
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ἰλιάς, 24 (Ω. Ἕκτορος λύτρα.), στίχ. 697
- «οὐδεὶς ἄλλος» κανείς άλλος
- συχνά με άλλες δικές του πτώσεις ή παράγωγα επιρρήματα
- «ἄλλος καὶ ἄλλος» ο ένας και μετά ο άλλος, ένας ή δύο
- με επανάληψη για έμφαση
- σε αντίθεση με μια προηγούμενη ιδέα
- άλλος (εκτός των υπηκόων), αλλοδαπός
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 23 (ψ. Ὀδυσσέως ὑπὸ Πηνελόπης ἀναγνωρισμός.), στίχ. 274
- άλλος (από αυτόν που υπάρχει), ψεύτικος, μη πραγματικός
- ※ 8ος αιώνας πκε ⌘ Ὅμηρος, Ὀδύσσεια, 4 (δ. Τὰ ἐν Λακεδαίμονι.), στίχ. 348
- άλλος (από τον σωστό), ανέντιμος, κακός
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας ⌘ Πλούταρχος, Ἠθικά, 187d
- άλλος (από τον τωρινό), επόμενος, υπόλοιπος
- άλλος (εκτός των υπηκόων), αλλοδαπός
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- ἀλλοδαπός
- ἀλληγορέω
- ἀλληγορία
- ἀλληγορικός
- ἀλλογνοέω
- ἀλλογνώς
- ἀλλόγνωτος
- ἀλλοδημία (αποδημία στα ξένα)
- ἀλλόδοξος
- αλλοδοξέω
- αλλοδοξία
- ἀλλοειδής (άλλου είδους)
- ἀλλόθροος
- ἀλλόθρους
- ἀλλοινία (πόση διαφορετικών ειδών κρασιών)
- ἀλλόκοτος
- ἀλλοπρόσαλλος
- ἀλλόφρων
- ἀλλοφρονέω
- ἀλλοφροσύνη (αφηρημάδα, ταραχή)
- ἀλλόφυλος
- ἀλλόχροος
- ἀλλόχρους (άλλο χρώμα)
- ἀλλόχρως (που φαίνεται ξένος ή παράδοξος)
- ἀλλότριος
- αλλοτριότης
- αλλοτριόω
- αλλοτρίωσης
- ἀλλοτριόγνωμος
- ἀλλοτριολογέω
- ἀλλοτριονομέω
- ἀλλοῖος
- ἀλλοιότης
- ἀλλοιόω
- ἀλλοίωσις
- ἀλλοιωτικός (κατάλληλος για αλλοίωση)
- ἀλλοιωτός (ευμετάβολος)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | ἄλλος | ἡ | ἄλλη | τὸ | ἄλλον |
| γενική | τοῦ | ἄλλου | τῆς | ἄλλης | τοῦ | ἄλλου |
| δοτική | τῷ | ἄλλῳ | τῇ | ἄλλῃ | τῷ | ἄλλῳ |
| αιτιατική | τὸν | ἄλλον | τὴν | ἄλλην | τὸ | ἄλλον |
| κλητική ὦ! | ἄλλε | ἄλλη | ἄλλον | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| ονομαστική | οἱ | ἄλλοι | αἱ | ἄλλαι | τὰ | ἄλλᾰ |
| γενική | τῶν | ἄλλων | τῶν | ἄλλων | τῶν | ἄλλων |
| δοτική | τοῖς | ἄλλοις | ταῖς | ἄλλαις | τοῖς | ἄλλοις |
| αιτιατική | τοὺς | ἄλλους | τὰς | ἄλλᾱς | τὰ | ἄλλᾰ |
| κλητική ὦ! | ἄλλοι | ἄλλαι | ἄλλᾰ | |||
| δυϊκός | ||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | ἄλλω | τὼ | ἄλλᾱ | τὼ | ἄλλω |
| γεν-δοτ | τοῖν | ἄλλοιν | τοῖν | ἄλλαιν | τοῖν | ἄλλοιν |
| 2η&1η κλίση, Κατηγορία 'μέγιστος' όπως «στρογγύλος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ἄλλος σελ. 72 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- ἄλλος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ἄλλος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂el- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Αντωνυμίες (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Ιλιάδα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλάτωνα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Πλούταρχο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ξενοφώντα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από την Οδύσσεια (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'μέγιστος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'στρογγύλος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)