κυπριακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κυπριακός κυπριακή κυπριακό
γενική κυπριακού κυπριακής κυπριακού
αιτιατική κυπριακό κυπριακή κυπριακό
κλητική κυπριακέ κυπριακή κυπριακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κυπριακοί κυπριακές κυπριακά
γενική κυπριακών κυπριακών κυπριακών
αιτιατική κυπριακούς κυπριακές κυπριακά
κλητική κυπριακοί κυπριακές κυπριακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κυπριακός < ελληνιστική κοινή Κυπριακός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ci.pɾi.a.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κυπριακός, -ή, -ό

  1. που έχει σχέση με την Κύπρο, ανήκει σ’ αυτήν ή αναφέρεται σ’ αυτή
  2. (ουσιαστικοποιημένο) κυπριακό: το ζήτημα που αφορά τη κατάληψη της Κύπρου από άλλες δυνάμεις και οι προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος
  3. (ουσιαστικοποιημένο) κυπριακή: η ελληνική διάλεκτος που μιλιέται στην Κύπρο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κυπριακά

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]