καθεστώς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καθεστώς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καθεστώς (ουδέτερο της μετοχής καθεστώς)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.θeˈstos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐θε‐στώς
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καθεστώς ουδέτερο
- (πολιτική) ο τρόπος διακυβέρνησης ενός κράτους
- (πολιτική) το πολίτευμα
- το ισχύον σύστημα, η υπάρχουσα κατάσταση
- ※ Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά ο επίτροπος για την Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας και τις Διαπραγματεύσεις Διεύρυνσης, Johannes Hahn, η Ε.Ε. έχει καλέσει την Τουρκία «να σεβαστεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων καλής γειτονίας καθώς και του σεβασμού στις εσωτερικές δικαστικές διαδικασίες των κρατών μελών». (www.efsyn.gr, 27.02.2017)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- καθεστηκυία
- καθεστωτικός
- → δείτε και τις λέξεις κατάσταση και στάση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καθεστώς
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]καθεστώς, καθεστῶσα, καθεστώς
- μετοχή ενεργητικού παρακειμένου (καθέστατον) του ρήματος καθίστημι με παθητική σημασία (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- καθεστηκώς (του παρακειμένου καθέστηκα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά αρχαιόκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρχαιόκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Πολιτική (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Μετοχές με κλίση 'τεθνεώς' (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές 3ης&1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'τεθνεώς' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Μετοχές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μετοχές ενεργητικού παρακειμένου (αρχαία ελληνικά)
- Σελίδες για τεκμηρίωση (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)