καθεστώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καθεστώς τα καθεστώτα
      γενική του καθεστώτος των καθεστώτων
    αιτιατική το καθεστώς τα καθεστώτα
     κλητική καθεστώς καθεστώτα
όπως «καθεστώς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθεστώς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καθεστώς, ουδέτερο, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθίστημι < κατά (καθ-) + ἵστημι

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.θeˈstos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐θε‐στώς

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καθεστώς ουδέτερο

  1. (πολιτική) ο τρόπος διακυβέρνησης ενός κράτους
  2. (πολιτική) το πολίτευμα
  3. το ισχύον σύστημα, η υπάρχουσα κατάσταση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική καθεστώς καθεστῶσα καθεστώς/
(καθεστός)
καθεστῶτες καθεστῶσαι καθεστῶτα
Γενική καθεστῶτος καθεστώσης καθεστῶτος καθεστώτων καθεστωσῶν καθεστώτων
Δοτική καθεστῶτι καθεστώσῃ καθεστῶτι καθεστῶσι(ν) καθεστώσαις καθεστῶσι(ν)
Αιτιατική καθεστῶτα καθεστῶσαν καθεστώς/
(καθεστός)
καθεστῶτας καθεστῶσας καθεστῶτα
Κλητική καθεστώς καθεστῶσα καθεστώς/
(καθεστός)
καθεστῶτες καθεστῶσαι καθεστῶτα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική καθεστῶτε καθεστώσᾱ καθεστῶτε
Γενική-Δοτική καθεστώτοιν καθεστώσαιν καθεστώτοιν

Μετοχή[επεξεργασία]

καθεστώς - καθεστῶσα - καθεστώς

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθίστημι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]