régime
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| régime | régimes |
régime (fr) αρσενικό
- το καθεστώς
- το διαιτολόγιο
- η μεταχείριση
| ενικός | πληθυντικός |
| régime | régimes |
régime (fr) αρσενικό