Μετάβαση στο περιεχόμενο

establishment

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
establishment establishments

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
establishment < establish + -ment

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

establishment (en)

  1. η ίδρυση
    παράδειγμα  the establishment of a company - η ίδρυση εταιρείας
     συνώνυμα: foundation, founding
  2. το ίδρυμα
    παράδειγμα  charitable establishment - φιλανθρωπικό ίδρυμα
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη institute
  3. το κατάστημα
  4. το κατεστημένο