κατεστημένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατεστημένο κατεστημένα
γενική κατεστημένου κατεστημένων
αιτιατική κατεστημένο κατεστημένα
κλητική κατεστημένο κατεστημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατεστημένο < για να αποδοθεί το '50 ο βρετανικός όρος the establishment, ουσιαστικοποιήθηκε το ουδέτερο του επιθέτου κατεστημένος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κατεστημένο ουδέτερο

  1. Σύστημα ατόμων και ισχυρών ομάδων συμφερόντων που ελέγχουν σε βαθμό να εξουσιάζουν καίριους τομείς της πολιτικής, οικονομικής, αθλητικής ή πολιτιστικής ζωής (όχι απαραιτητα σε συνεννόηση) και που αντιδρούν σε κάθε ανανέωση η οποία θα μπορούσε να απειλήσει την κυριαρχία τους

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Εκφράσεις[]

  • "το πολιτικό κατεστημένο"
  • "το αθλητικό κατεστημένο"
  • "το καλλιτεχνικό κατεστημένο"
  • "το ακαδημαϊκό κατεστημένο"
  • "το συνδικαλιστικό κατεστημένο"
  • "το εκκλησιαστικό κατεστημένο"


32πχ Μεταφράσεις[]