κατεστημένο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κατεστημένο τα κατεστημένα
      γενική του κατεστημένου των κατεστημένων
    αιτιατική το κατεστημένο τα κατεστημένα
     κλητική κατεστημένο κατεστημένα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατεστημένο < ουδέτερο του κατεστημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου καθιστώ (με βάση την αρχαία ελληνική κατέστην, αόριστο τού καθίστημι) ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική establishment)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατεστημένο ουδέτερο

  1. Σύστημα ατόμων και ισχυρών ομάδων συμφερόντων που ελέγχουν σε βαθμό να εξουσιάζουν καίριους τομείς της πολιτικής, οικονομικής, αθλητικής ή πολιτιστικής ζωής (όχι απαραιτητα σε συνεννόηση) και που αντιδρούν σε κάθε ανανέωση η οποία θα μπορούσε να απειλήσει την κυριαρχία τους
  2. οι αξίες που οι άνωθεν επιβάλλουν στην κοινωνία
  3. ισχύουσες-επικρατείς θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτειακές, ταξικές και ιδεολογικές αρχές κι αξίες

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]