établi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
établi établis

établi (fr) αρσενικό

Επίθετο[επεξεργασία]

établi (en)

  1. καθιερωμένος
  2. εγκατεστημένος, εγκαταστημένος