καθιερωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καθιερωμένος καθιερωμένη καθιερωμένο
γενική καθιερωμένου καθιερωμένης καθιερωμένου
αιτιατική καθιερωμένο καθιερωμένη καθιερωμένο
κλητική καθιερωμένε καθιερωμένη καθιερωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καθιερωμένοι καθιερωμένες καθιερωμένα
γενική καθιερωμένων καθιερωμένων καθιερωμένων
αιτιατική καθιερωμένους καθιερωμένες καθιερωμένα
κλητική καθιερωμένοι καθιερωμένες καθιερωμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθιερωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθιερώνω, καθιερώνομαι

Μετοχή[επεξεργασία]

καθιερωμένος, -η, -ο

  1. ο καθιερωμένος εορτασμός της 25ης Μαρτίου
    η καθιερωμένη τελετή
    ακολούθησαν το καθιερωμένο τυπικό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]