established

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

established (en)

  1. στέρεος, επιβεβαιωμένος, τεκμηριωμένος
  2. (για θρησκείες) αναγνωρισμένος

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

established (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος establish