εγκατεστημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εγκατεστημένος εγκατεστημένη εγκατεστημένο
γενική εγκατεστημένου εγκατεστημένης εγκατεστημένου
αιτιατική εγκατεστημένο εγκατεστημένη εγκατεστημένο
κλητική εγκατεστημένε εγκατεστημένη εγκατεστημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγκατεστημένοι εγκατεστημένες εγκατεστημένα
γενική εγκατεστημένων εγκατεστημένων εγκατεστημένων
αιτιατική εγκατεστημένους εγκατεστημένες εγκατεστημένα
κλητική εγκατεστημένοι εγκατεστημένες εγκατεστημένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκατεστημένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εγκαθιστώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛŋ.ga.tɛ.sti.ˈmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εγκατεστημένος, -η, -ο

  1. που έχει εγκατασταθεί σε ένα μέρος όπου και κατοικεί μόνιμα
  2. (για συσκευές, μηχανήματα κλπ) που έχει εγκατασταθεί από κάποιον (π.χ. ειδευμένο τεχνίτη)
  3. (για πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή) που έχει εγκατασταθεί, για το οποίο έχουν αποθηκευτεί όλα τα απαραίτητα εκτελέσιμα αρχεία και βιβλιοθήκες και έχουν εγγραφεί όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις στο μητρώο ή στα αρχεία ρυθμίσεων του λειτουργικού συστήματος, ώστε να λειτουργεί κανονικά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]