εγκαθίσταμαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκαθίσταμαι < αρχαία ελληνική ἐγκαθίσταμαι, μέση-παθητική φωνή του ἐγκαθίστημι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εγκαθίσταμαι , στ.μέλλ.: θα εγκατασταθώ, αόρ.: εγκαταστάθηκα, μτχ.π.π.: εγκατεστημένος

  1. (μέση διάθεση) αποκτώ μόνιμη εγκατάσταση / κατοικία σε έναν τόπο
  2. (παθητική διάθεση) με εγκαθιστούν

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]