εγκατάσταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγκατάσταση οι εγκαταστάσεις
      γενική της εγκατάστασης* των εγκαταστάσεων
    αιτιατική την εγκατάσταση τις εγκαταστάσεις
     κλητική εγκατάσταση εγκαταστάσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, εγκαταστάσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκατάσταση < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εγκατάσταση θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος εγκαθιστώ
  2. η απόκτηση μόνιμης διαμονής-κατοικίας σε έναν τόπο
  3. σύνολο κτηριακών και μηχανολογικών υποδομών

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]