περιβάλλον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το περιβάλλον τα περιβάλλοντα
      γενική του περιβάλλοντος των περιβαλλόντων
    αιτιατική το περιβάλλον τα περιβάλλοντα
     κλητική περιβάλλον περιβάλλοντα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περιβάλλον < ουδέτερο της μετοχής του ρήματος περιβάλλω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περιβάλλον ουδέτερο

  1. το σύνολο των φυσικών και πολιτιστικών συνθηκών μέσα στις οποίες ζουν και αναπτύσσονται οι ζώντες οργανισμοί
    η προστασία του περιβάλλοντος
  2. (μεταφορικά) ο κοινωνικός χώρος μέσα στον οποίο ζει κανείς
  3. το στενό περιβάλλον: το σύνολο των οικείων προσώπων ενός ανθρώπου
  4. (πληροφορική) το υλικό (hardware), το λογισμικό (software) και οι αντίστοιχες παραμετροποιήσεις τους σε ένα υπολογιστικό σύστημα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μετοχή[επεξεργασία]

περιβάλλον