περιβαλλοντικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περιβαλλοντικός < περιβάλλον
Επίθετο
[επεξεργασία]περιβαλλοντικός, -ή, -ό
- που ανήκει ή αναφέρεται στο φυσικό περιβάλλον
- ※ Για την έκδοση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων πρέπει να τηρείται: δα) η διαδικασία της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης του προτεινόμενου έργου ή δραστηριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ... (Νόμος 1650 της 15/16.10.86. Για την προστασία του περιβάλλοντος.- (Α' 160).)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] περιβαλλοντικός