establish
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | establish |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | establishes |
| αόριστος | established |
| παθητική μετοχή | established |
| ενεργητική μετοχή | establishing |
Ρήμα
[επεξεργασία]establish (en)
- ιδρύω, θεσπίζω, καθιερώνω, εγκαθιστώ, εγκαθιδρύω, ξεκινάω έναν οργανισμό, ένα σύστημα κτλ. που προορίζεται να διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα
That is how our party was established.
- Έτσι ιδρύθηκε το κόμμα μας.
The committee was established in 1912.
- Η επιτροπή ιδρύθηκε το 1912.
Let’s establish some ground rules.
- Ας θεσπίσουμε ορισμένους βασικούς κανόνες.
The new treaty establishes a free trade zone.
- Η νέα συνθήκη θεσπίζει ζώνη ελεύθερου εμπορίου.
The proposal would establish a system of inspections of prisons worldwide.
- Η πρόταση θα καθιέρωνε ένα σύστημα επιθεωρήσεων φυλακών σε παγκόσμιο επίπεδο.
They are establishing a network of pumps and pipelines to move the oil.
- Εγκαθιστούν ένα δίκτυο αντλιών και αγωγών για τη μεταφορά του πετρελαίου.
After the revolution, a new political regime was established.
- Μετά την επανάσταση, εγκαθιδρύθηκε νέο πολιτικό καθεστώς.
- ≈ συνώνυμα: set up, → και δείτε τη λέξη found
- συνάπτω, αναπτύσσω, καλλιεργώ σχέσεις
The two countries established diplomatic relations.
- Οι δύο χώρες σύναψαν διπλωματικές σχέσεις.
The school is trying to establish a relationship with the local community.
- Το σχολείο προσπαθεί να αναπτύξει/καλλιεργήσει σχέση με την τοπική κοινότητα.
- καθιερώνω, εδραιώνω, αποκτώ σταθερή και αναγνωρισμένη θέση· γίνομαι ευρέως αποδεκτός και σεβαστός
It took him a long time to establish himself.
- Του πήρε πολύ χρόνο να καθιερωθεί.
He has just set up his own business but it will take him a while to get established.
- Μόλις ίδρυσε τη δική του επιχείρηση, αλλά θα χρειαστεί χρόνο για να καθιερωθεί.
The exhibition helped her to establish herself as an artist.
- Η έκθεση τη βοήθησε να καθιερωθεί ως καλλιτέχνιδα.
By then she was established as a star.
- Μέχρι τότε είχε πλέον καθιερωθεί ως σταρ.
Not long after that she established herself in business.
- Λίγο αργότερα καθιερώθηκε στον επιχειρηματικό χώρο.
He has now firmly established his position in the organization.
- Έχει πλέον εδραιώσει πλήρως τη θέση του στον οργανισμό.
The school has established a reputation for academic excellence.
- Το σχολείο έχει αποκτήσει φήμη ακαδημαϊκής αριστείας.
- αποδεικνύω, επιβεβαιώνω, τεκμηριώνω
- διαπιστώνω, ανακαλύπτω ή αποδεικνύω τα γεγονότα μιας κατάστασης
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- establish - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 384. ISBN 9780194325684., λήμμα: ιδρύω