Μετάβαση στο περιεχόμενο

establish

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας establish
γ΄ ενικό ενεστώτα establishes
αόριστος established
παθητική μετοχή established
ενεργητική μετοχή establishing

establish (en)

  1. ιδρύω, θεσπίζω, καθιερώνω, εγκαθιστώ, εγκαθιδρύω, ξεκινάω έναν οργανισμό, ένα σύστημα κτλ. που προορίζεται να διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα
    παράδειγμα  That is how our party was established.
    Έτσι ιδρύθηκε το κόμμα μας.
    παράδειγμα  The committee was established in 1912.
    Η επιτροπή ιδρύθηκε το 1912.
    παράδειγμα  Let’s establish some ground rules.
    Ας θεσπίσουμε ορισμένους βασικούς κανόνες.
    παράδειγμα  The new treaty establishes a free trade zone.
    Η νέα συνθήκη θεσπίζει ζώνη ελεύθερου εμπορίου.
    παράδειγμα  The proposal would establish a system of inspections of prisons worldwide.
    Η πρόταση θα καθιέρωνε ένα σύστημα επιθεωρήσεων φυλακών σε παγκόσμιο επίπεδο.
    παράδειγμα  They are establishing a network of pumps and pipelines to move the oil.
    Εγκαθιστούν ένα δίκτυο αντλιών και αγωγών για τη μεταφορά του πετρελαίου.
    παράδειγμα  After the revolution, a new political regime was established.
    Μετά την επανάσταση, εγκαθιδρύθηκε νέο πολιτικό καθεστώς.
     συνώνυμα: set up,  και δείτε τη λέξη found
  2. συνάπτω, αναπτύσσω, καλλιεργώ σχέσεις
    παράδειγμα  The two countries established diplomatic relations.
    Οι δύο χώρες σύναψαν διπλωματικές σχέσεις.
    παράδειγμα  The school is trying to establish a relationship with the local community.
    Το σχολείο προσπαθεί να αναπτύξει/καλλιεργήσει σχέση με την τοπική κοινότητα.
  3. καθιερώνω, εδραιώνω, αποκτώ σταθερή και αναγνωρισμένη θέση· γίνομαι ευρέως αποδεκτός και σεβαστός
    παράδειγμα  It took him a long time to establish himself.
    Του πήρε πολύ χρόνο να καθιερωθεί.
    παράδειγμα  He has just set up his own business but it will take him a while to get established.
    Μόλις ίδρυσε τη δική του επιχείρηση, αλλά θα χρειαστεί χρόνο για να καθιερωθεί.
    παράδειγμα  The exhibition helped her to establish herself as an artist.
    Η έκθεση τη βοήθησε να καθιερωθεί ως καλλιτέχνιδα.
    παράδειγμα  By then she was established as a star.
    Μέχρι τότε είχε πλέον καθιερωθεί ως σταρ.
    παράδειγμα  Not long after that she established herself in business.
    Λίγο αργότερα καθιερώθηκε στον επιχειρηματικό χώρο.
    παράδειγμα  He has now firmly established his position in the organization.
    Έχει πλέον εδραιώσει πλήρως τη θέση του στον οργανισμό.
    παράδειγμα  The school has established a reputation for academic excellence.
    Το σχολείο έχει αποκτήσει φήμη ακαδημαϊκής αριστείας.
  4. αποδεικνύω, επιβεβαιώνω, τεκμηριώνω
  5. διαπιστώνω, ανακαλύπτω ή αποδεικνύω τα γεγονότα μιας κατάστασης
    παράδειγμα  Scientists have established a connection between cholesterol levels and heart disease.
    Οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει σύνδεση μεταξύ των επιπέδων χοληστερόλης και των καρδιοπαθειών.
     συνώνυμα: ascertain

Συγγενικά

[επεξεργασία]