Μετάβαση στο περιεχόμενο

επισημοποιώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
επισημοποιώ < επίσημος + -ο- + ποιώ

επισημοποιώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]