συνηθισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- συνηθισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνηθίζω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /si.ni.θiˈzme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : συ‐νη‐θι‐σμέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]συνηθισμένος, -η, -ο
- που τον έχουμε συνηθίσει, που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος με μια συνηθισμένη οικογένεια και ένα συνηθισμένο επάγγελμα.- ≈ συνώνυμα: κοινός, κοινότοπος, συνήθης
- ≠ αντώνυμα: ασυνήθιστος, ιδιαίτερος
- που έχει συνηθίσει κάτι και το αντέχει
είναι συνηθισμένος στη σκληρή δουλειά- ≈ συνώνυμα: μαθημένος
- ≠ αντώνυμα: άμαθος, ασυνήθιστος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη συνήθης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κοινός
που έχει συνηθίσει
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
Πηγές
[επεξεργασία]- συνηθισμένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- συνηθισμένος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)