συνηθισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνηθισμένος < από τη μετοχή παθητικού παρακειμένου του συνηθίζω

Μετοχή[επεξεργασία]

συνηθισμένος -η -ο

  1. που τον έχουμε συνηθίσει, που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
    Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος με μια συνηθισμένη οικογένεια και ένα συνηθισμένο επάγγελμα
     συνώνυμα: κοινός, κοινότοπος, συνήθης
  2. που έχει συνηθίσει κάτι και το αντέχει
    είναι συνηθισμένος στη σκληρή δουλειά
     συνώνυμα: μαθημένος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια: αυτές οι κακουχίες μας είναι γνώριμες και δεν μας τρομάζουν

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια