συνηθισμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συνηθισμένος < από τη μετοχή παθητικού παρακειμένου του συνηθίζω

Open book 01.svg Επίθετο[]

συνηθισμένος -η -ο

  1. που τον έχουμε συνηθίσει, που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
    Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος με μια συνηθισμένη οικογένεια και ένα συνηθισμένο επάγγελμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κοινός, κοινότοπος, συνήθης
  2. που έχει συνηθίσει κάτι και το αντέχει
    είναι συνηθισμένος στη σκληρή δουλειά
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μαθημένος

Εκφράσεις[]

συνηθισμένα τα βουνά από τα χιόνια: αυτές οι κακουχίες μας είναι γνώριμες και δεν μας τρομάζουν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: