συνήθεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνήθεια < αρχαία ελληνική συνήθεια < συνήθης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνήθεια θηλυκό

  1. συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται πανομοιότυπα και, συνήθως, όχι συνειδητά
    το κάπνισμα είναι κακιά συνήθεια
  2. παγιωμένος και μη υποχρεωτικός τρόπος συμπεριφοράς των μελών μεγαλύτερης ή μικρότερης ομάδας, έθιμο
    τοπική συνήθεια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]