παγιωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική παγιωμένος παγιωμένη παγιωμένο
γενική παγιωμένου παγιωμένης παγιωμένου
αιτιατική παγιωμένο παγιωμένη παγιωμένο
κλητική παγιωμένε παγιωμένη παγιωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παγιωμένοι παγιωμένες παγιωμένα
γενική παγιωμένων παγιωμένων παγιωμένων
αιτιατική παγιωμένους παγιωμένες παγιωμένα
κλητική παγιωμένοι παγιωμένες παγιωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παγιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παγιώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

παγιωμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: παγιώνω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]