συνήθης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνήθης συνήθης σύνηθες
γενική συνήθους συνήθους συνήθους
αιτιατική συνήθη συνήθη σύνηθες
κλητική συνήθη(ς) συνήθης σύνηθες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνήθεις συνήθεις συνήθη
γενική συνήθων συνήθων συνήθων
αιτιατική συνήθεις συνήθεις συνήθη
κλητική συνήθεις συνήθεις συνήθη

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνήθης < (λόγιο) αρχαία ελληνική συνήθης[1]. Δείτε συν- + -ήθης < αρχαία ελληνική ἦθος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siˈni.θis/
συλλαβισμός: συ‐νή‐θης
παλαιός συλλαβισμός: συν‐ή‐θης

Επίθετο[επεξεργασία]

συνήθης -ης -ες, συγκριτικός: συνηθέστερος, υπερθετικός: συνθέστατος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική συνήθης συνήθης σύνηθες συνήθεις συνήθεις συνήθη
Γενική συνήθους συνήθους συνήθους συνήθων συνήθων συνήθων
Δοτική συνήθει συνήθει συνήθει συνήθεσι(ν) συνήθεσι(ν) συνήθεσι(ν)
Αιτιατική συνήθη συνήθη σύνηθες συνήθεις συνήθεις συνήθη
Κλητική σύνηθες σύνηθες σύνηθες συνήθεις συνήθεις συνήθη
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική συνήθει συνήθει
Γενική-Δοτική συνήθοιν συνήθοιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνήθης < συν- + -ήθης (ἦθος)[1]

Επίθετο[επεξεργασία]

συνήθης, ης, σύνηθες, συγκριτικός: συνηθέστερος, υπερθετικός: συνηθέστατος

  1. που έχει του ίδιους τρόπους, τα ίδια ήθη
  2. κολλητός, φίλος
  3. εξοικειωμένος

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]