gewohnt

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Germany.svg Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

gewohnt (de)

etwas gewohnt sein - είμαι συνηθισμένος σε κάτι

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

gewohnt (de)

  • μετοχή παρακειμένου του ρήματος wohnen