gewöhnen

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

gewöhnen (de)

  1. (μεταβατικό) συνηθίζω, εξοικειώνω κάποιον με κάτι
  2. (reflexiv) sich an etwas gewöhnen - συνηθίζω σε κάτι, εξοικειώνομαι με κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]