Μετάβαση στο περιεχόμενο

ήθος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἦθος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ήθος τα ήθη
      γενική του ήθους των ηθών
    αιτιατική το ήθος τα ήθη
     κλητική ήθος ήθη
Κατηγορία όπως «δάσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ήθος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἦθος  δείτε και τη λέξη ἔθος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈi.θos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ήθος
παρώνυμο: είδος, έθος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ήθος ουδέτερο

  1. η προσωπική ηθική ιδιοσυγκρασία
    παράδειγμα  Δεν επιτρέπω σε κανέναν να αμφισβητεί το ήθος και την ακεραιότητά μου.
  2. ο χαρακτήρας και η συμπεριφορά ενός ατόμου
    παράδειγμα  Πώς χαρακτηρίζεται το ήθος του ήρωα στην πρώτη σκηνή της τραγωδίας;
  3. (στον πληθυντικό ήθη) οι κοινωνικές μορφές συμπεριφοράς
    παράδειγμα  τα χρηστά ήθη, τα πολιτικά ήθη
      τα μοτίβα αυτά είναι κυρίαρχα: τα νέα ήθη, τα λούσα, οι διασκεδάσεις, η κοσμική ζωή, η μόδα, απειλούν και υπομονεύουν την οικογένεια αλλά και παραδοσιακούς θεσμούς και αξίες γενικότερες (Σάτιρα και πολιτική στη νεώτερη Ελλάδα: από τον Σολωμό ως τον Σεφέρη, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού & Γενικής Παιδείας, 1979, σελ. 95)
  4. (στον πληθυντικό ήθη) οι καθιερωμένες μορφές συμπεριφοράς που χαρακτηρίζουν έναν πολιτισμό
    παράδειγμα  τα ήθη και τα έθιμα

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]