Μετάβαση στο περιεχόμενο

θέτω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
θέτω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θέτω[1] < αρχαία ελληνική τίθημι. Κατά το ΛΚΝ ο τύπος «θέτω» σχηματίστηκε από έναν αμάρτυρο ελληνιστικό αόριστο *ἔθεσα[2].

θέτω, πρτ.: έθετα, στ.μέλλ.: θα θέσω, αόρ.: έθεσα, παθ.φωνή: τίθεμαι

  1. βάζω, τοποθετώ
  2. προβάλλω ένα θέμα για να συζητηθεί
    παράδειγμα  Ο βουλευτής έθεσε με την ομιλία του το ζήτημα των φορολογικών τεκμηρίων.
  3. αλλάζω την κατάσταση ενός ανθρώπου ή πράγματος
    παράδειγμα  Το πειθαρχικό συμβούλιο έθεσε τον υπάλληλο σε αργία.
    παράδειγμα  Η κυβέρνηση θέτει σε εφαρμογή νέα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής.
  4. (μαθηματικά) θεωρώ, αποδίδω μια τιμή
    παράδειγμα  Θέτω χ+ψ=α

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. θέτω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  2. θέτω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας