θέτω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θέτω < μεσαιωνική ελληνική θέτω < αρχαία ελληνική τίθημι (αόριστος έθεσα)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

θέτω, πρτ.: έθετα, στ.μέλλ.: θα θέσω, αόρ.: έθεσα, παθ.φωνή: τίθεμαι, παθ.φωνή:

  1. βάζω, τοποθετώ
  2. προβάλλω ένα θέμα για να συζητηθεί
    ο βουλευτής έθεσε με την ομιλία του το ζήτημα των φορολογικών τεκμηρίων
  3. αλλάζω την κατάσταση ενός ανθρώπου ή πράγματος
    το πειθαρχικό συμβούλιο έθεσε τον υπάλληλο σε αργία
    η κυβέρνηση θέτει σε εφαρμογή νέα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής
  4. (μαθηματικά) θεωρώ, αποδίδω μια τιμή
    θέτω χ+ψ=α

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]