θέτω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- θέτω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θέτω[1] < αρχαία ελληνική τίθημι. Κατά το ΛΚΝ ο τύπος «θέτω» σχηματίστηκε από έναν αμάρτυρο ελληνιστικό αόριστο *ἔθεσα[2].
Ρήμα
[επεξεργασία]θέτω, πρτ.: έθετα, στ.μέλλ.: θα θέσω, αόρ.: έθεσα, παθ.φωνή: τίθεμαι
- βάζω, τοποθετώ
- προβάλλω ένα θέμα για να συζητηθεί
Ο βουλευτής έθεσε με την ομιλία του το ζήτημα των φορολογικών τεκμηρίων.
- αλλάζω την κατάσταση ενός ανθρώπου ή πράγματος
Το πειθαρχικό συμβούλιο έθεσε τον υπάλληλο σε αργία.
Η κυβέρνηση θέτει σε εφαρμογή νέα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής.
- (μαθηματικά) θεωρώ, αποδίδω μια τιμή
Θέτω χ+ψ=α
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | θέτω | έθετα | θα θέτω | να θέτω | θέτοντας | |
| β' ενικ. | θέτεις | έθετες | θα θέτεις | να θέτεις | θέτε | |
| γ' ενικ. | θέτει | έθετε | θα θέτει | να θέτει | ||
| α' πληθ. | θέτουμε | θέταμε | θα θέτουμε | να θέτουμε | ||
| β' πληθ. | θέτετε | θέτατε | θα θέτετε | να θέτετε | θέτετε | |
| γ' πληθ. | θέτουν(ε) | έθεταν θέταν(ε) |
θα θέτουν(ε) | να θέτουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | έθεσα | θα θέσω | να θέσω | θέσει | ||
| β' ενικ. | έθεσες | θα θέσεις | να θέσεις | θέσε | ||
| γ' ενικ. | έθεσε | θα θέσει | να θέσει | |||
| α' πληθ. | θέσαμε | θα θέσουμε | να θέσουμε | |||
| β' πληθ. | θέσατε | θα θέσετε | να θέσετε | θέστε | ||
| γ' πληθ. | έθεσαν θέσαν(ε) |
θα θέσουν(ε) | να θέσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω θέσει | είχα θέσει | θα έχω θέσει | να έχω θέσει | ||
| β' ενικ. | έχεις θέσει | είχες θέσει | θα έχεις θέσει | να έχεις θέσει | ||
| γ' ενικ. | έχει θέσει | είχε θέσει | θα έχει θέσει | να έχει θέσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε θέσει | είχαμε θέσει | θα έχουμε θέσει | να έχουμε θέσει | ||
| β' πληθ. | έχετε θέσει | είχατε θέσει | θα έχετε θέσει | να έχετε θέσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν θέσει | είχαν θέσει | θα έχουν θέσει | να έχουν θέσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ θέτω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ θέτω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μαθηματικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)