συνθέτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνθέτω < αρχαία ελληνική συντίθημι

Ρήμα[επεξεργασία]

συνθέτω (παθητικό: συντίθεμαι)

Κλίση[επεξεργασία]

Παθητική φωνή : ενεστ. συντίθεμαι, παρατ συνετιθέμην, συντ. μέλ. θα συντεθώ, αόρ. συνετέθην-συνετέθηκα-συντέθηκα, παρακ. έχω συντεθεί, μτχ. εν. συντιθέμενος μτχ. παρακ. συντεθειμένος

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]