σύνθεση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | σύνθεση | οι | συνθέσεις |
| γενική | της | σύνθεσης* | των | συνθέσεων |
| αιτιατική | τη | σύνθεση | τις | συνθέσεις |
| κλητική | σύνθεση | συνθέσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, συνθέσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σύνθεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σύνθε(σις) + -ση[1] • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]σύνθεση θηλυκό
- ο σχηματισμός συνθετότερων από τον συνδυασμό των απλούστερων
- (γλωσσολογία) ο σχηματισμός μιας νέας λέξης από την ένωση των θεμάτων δύο (ή περισσότερων) άλλων λέξεων
- σύνθεση - Λεξικό γλωσσολογικών όρων - Digital PanGloss, όροι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (2006‑08)
- ※ Σύνθεση Τι είναι σύνθετη λέξη; […] Για να παραχθεί μια σύνθετη λέξη στην ελληνική συμμετέχουν τουλάχιστον δύο λέξεις ή ακριβέστερα δύο θέματα λέξεων, τα οποία ονομάζονται συνθετικά.
- σύνθεση - Γλωσσάρι όρων γλωσσολογίας που χρησιμοποιούνται στα σχολικά εγχειρίδια. - Digital PanGloss, όροι στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- ※ Σύνθεση compounding. Η γλωσσική διαδικασία με την οποία δημιουργούνται καινούριες λέξεις με τον συνδυασμό δύο ή περισσότερων λεξικών μορφημάτων και του κλιτικού μορφήματος π.χ. ανοιγο-κλείν-ω. Στα νέα ελληνικά μεταξύ των λεξικών μορφημάτων συνήθως παρεμβάλλεται ένα συνδετικό φωνήεν, το οποίο τις περισσότερες φορές είναι το -ο- (ανοιγ-ο-κλείνω). Υπάρχουν τέσσερα είδη συνθέτων […] Βασική διαφορά της σύνθεσης από την παραγωγή, είναι ότι το πρώτο και το δεύτερο συνθετικό μπορούν να υπάρχουν ως αυτόνομες λέξεις, δηλαδή ανεξάρτητα από τη σύνθετη λέξη […]
- → δείτε τους όρους συνθετικό, σύνθετο, παραγωγή, πρόθημα και επίθημα
- (φιλοσοφία) ο συνδυασμός θέσης και αντίθεσης
- (χημεία) ο σχηματισμός συνθετότερων μορίων μέσα από μια χημική αντίδραση
- ※ Το νερό των γκέυζερ είναι κατά ένα μέρος μετεωρικό και το άλλο νεαρό, δηλ. μαγματικής προέλευσης, όπως φαίνεται από τις ισοτοπικές συνθέσεις του C14. Μεταφέρει μεγάλες ποσότητες διαλυμένου υλικού, που το αποθέτει στην επιφάνεια σε υψώματα και αναβαθμίδες, το μεν ανθρακικό ως τραβερτίνη, το δε πυριτικό ως γκεϋζερίτη. (Α. Αλεξούλη - Λειβαδίτη, Γεωμορφολογία, Αθήνα, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Μηχανικών Μεταλείων - Μεταλλουργών, 2008, σελ. 82)
- ο συνδυασμός πληροφοριών από διάφορες πηγές και η ερμηνεία τους ως σύνολο
- (μουσική, ζωγραφική) μουσικό ή ζωγραφικό ή άλλο έργο
- ※ από τον 12ο αιώνα και εξής οι ζωγράφοι εμπνέονται επίσης από άλλα λειτουργικά κείμενα ή από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια. Αλλά και οι ίδιοι επινοούν και καθιερώνουν ορισμένα εικονογραφικά στοιχεία, τα οποία δεν αναφέρονται στις γνωστές πηγές, όπως η μορφή του στρατιώτη που κρατεί το σχοινί και αναδεικνύεται σε μία από τις σημαντικότερες μορφές της σύνθεσης. (Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, Χριστιανική Αρχαιολογική Εταιρεία, 1997, σελ. 197)
- (παρωχημένο) η μαθητική έκθεση
- (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) η χρήση αντικειμένων που περιέχουν άλλα αντικείμενα ως μέλη δεδομένων
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] σύνθεση
αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σύνθεση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ση (νέα ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γλωσσολογία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Φιλοσοφία (νέα ελληνικά)
- Χημεία (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Ζωγραφική (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)