επίθημα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Κατηγορία:Επιθήματα (ελληνικά)

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το επίθημα τα επιθήματα
      γενική του επιθήματος των επιθημάτων
    αιτιατική το επίθημα τα επιθήματα
     κλητική επίθημα επιθήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επίθημα < λόγιο < αρχαία ελληνική ἐπίθημα < ἐπί + θῆμα (<τίθημι)
επίθημα < γλωσσολογία (σημασιολογικό δάνειο) νεολατινική suffixum[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /eˈpi.θi.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ε‐πί‐θη‐μα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επίθημα ουδέτερο

  1. (γλωσσολογία) παράθημαπρόσφυμα) το οποίο προστίθεται στο τέλος της ρίζας μιας λέξης για την παραγωγή μιας νέας λέξης
    μητερούλα
    επικοινωνιακός
    χρεωστικός
    ολοκλήρωμα
  2. (αρχιτεκτονική) αρχιτεκτονικό στοιχείο σε σχήμα πυραμίδας το οποίο τοποθετούνταν στο πάνω μέρος ενός κιονόκρανου
  3. (πληροφορική) συμβολοσειρά που αποτελείται από έναν ή περισσότερους συνεχόμενους χαρακτήρες από το τέλος (δεξιό τμήμα) μιάς συμβολοσειράς (string)
    Στην συμβολοσειρά: "Hello", οι συμβολοσειρές: "o", "lo", "llo" και "ello", είναι επιθήματα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • επίθεμα (συνήθης έννοια: "επικάλυμμα". Δεν είναι λαθεμένη και η χρήση του ως "επίθημα" (γλωσσολογία).[2]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Υπερώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «επίθημα» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. λήμμα πρόθημα - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
    Σημειώνεται ότι οι μορφές σε -θημα και -θεμα συνυπάρχουν, με πιο συνήθη τη μορφή ‑θημα