παραγωγικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παραγωγικός η παραγωγική το παραγωγικό
      γενική του παραγωγικού της παραγωγικής του παραγωγικού
    αιτιατική τον παραγωγικό την παραγωγική το παραγωγικό
     κλητική παραγωγικέ παραγωγική παραγωγικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παραγωγικοί οι παραγωγικές τα παραγωγικά
      γενική των παραγωγικών των παραγωγικών των παραγωγικών
    αιτιατική τους παραγωγικούς τις παραγωγικές τα παραγωγικά
     κλητική παραγωγικοί παραγωγικές παραγωγικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παραγωγικός < (η λέξη μαρτυρείται από το 1836)
  • μετάφραση του γαλλικού productif
  • (γλωσσολογία) απόδοση του αγγλικού derivational

Επίθετο[επεξεργασία]

παραγωγικός

  1. ο σχετικός με την παραγωγή
  2. αυτός του οποίου η παραγωγή έχει απόδοση
  3. (γλωσσολογία) που χρησιμοποιείται για να παραχθούν νέες λέξεις
    παραγωγικό επίθημα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]