αναπαραγωγικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αναπαραγωγικός αναπαραγωγική αναπαραγωγικό
γενική αναπαραγωγικού αναπαραγωγικής αναπαραγωγικού
αιτιατική αναπαραγωγικό αναπαραγωγική αναπαραγωγικό
κλητική αναπαραγωγικέ αναπαραγωγική αναπαραγωγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναπαραγωγικοί αναπαραγωγικές αναπαραγωγικά
γενική αναπαραγωγικών αναπαραγωγικών αναπαραγωγικών
αιτιατική αναπαραγωγικούς αναπαραγωγικές αναπαραγωγικά
κλητική αναπαραγωγικοί αναπαραγωγικές αναπαραγωγικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπαραγωγικός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναπαραγωγικός

  • που αναφέρεται στην αναπαραγωγή
    τα αναπαραγωγικά όργανα των λουλουδιών είναι οι στήμονες και ο ύπερος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]