παράγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράγω < αρχαία ελληνική παράγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παράγω (παθητική φωνή: παράγομαι)

  1. δημιουργώ, κατασκευάζω μια σειρά από προϊόντα
    • Είναι από τη Μάνη και πουλούν το λάδι που παράγουν μόνοι τους
  2. βγάζω, εκκρίνω, φύονται σε εμένα, καλλιεργούνται σε εμένα ή κατασκευάζονται στην περιοχή μου
    • Η Κρήτη και η Πελοπόννησος παράγουν λάδι
    • Η Ιαπωνία παράγει υπολογιστές
    • ...οι ωοθήκες παράγουν οιστρογόνα, αλλά οιστρογόνα διαθέτουν και οι άντρες, επειδή...
  3. (φυσική) παράγω έργο
  4. προξενώ, προκαλώ, είμαι η αιτία για ένα αποτέλεσμα
    • Η οικονομική ανέχεια παράγει μετανάστες
  5. (γραμματική) μέσο παράγομαι: έχω ως πηγή, ρίζα
    • Η λέξη "παραγωγή" παράγεται από το "παράγω"

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράγω < παρά + ἄγω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παράγω

  1. οδηγώ πλαγίως
  2. οδηγώ έξω
  3. οδηγώ πλησίον, κοντά σε κάτι άλλο
  4. εισάγω
  5. παρουσιάζω
  6. παράγω
  7. παρατάσσω σε γραμμή, τοποθετώ το ένα δίπλα στο άλλο
  8. φέρνω στη σκηνή
  9. παραπλανώ, εξαπατώ, διαστρέφω
  10. παρασύρω
  11. (αμετάβατο) διαβαίνω, παρέρχομαι
  12. (αμετάβατο) εκλείπω
  13. (αμετάβατο) αργοπορώ
  14. (παθητικό) παρασύρομαι, πείθομαι, με παρακινούν
  15. μπαίνω κάπου κρυφά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]