παρασκευάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παρασκευάζω < αρχαία ελληνική παρασκευάζω < παρά + σκευάζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

παρασκευάζω

  1. φτιάχνω, ετοιμάζω κάτι μαζεύοντας πρώτα τα συστατικά του (πχ. φαγητό, φάρμακα)


32πχ Μεταφράσεις[]