παρασκευάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παρασκευάζω < αρχαία ελληνική παρασκευάζω < παρά + σκευάζω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική préparer)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

παρασκευάζω (παθητική φωνή: παρασκευάζομαι)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]