παρασκευασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρασκευασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου παρασκευάζω
Μετοχή
[επεξεργασία]παρασκευασμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη παρασκευάζω
- ※ Άσχημα παρασκευασμένον, με ελλιπείς ποσότητας τροφίμων, συσσίτιον, αυθαιρεσία και ρεμούλα, εις την διαχείρισιν των τροφίμων από τους αξιωματικούς και τα όργανα υπηρεσίας, αίτινες επανειλημμένως έχουν αναφερθεί εις τους ανώτερούς μας, χωρίς να τεθεί τέρμα (Μακρόνησος: Ιστορικός τόπος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2002, σελ. 117)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] παρασκευασμένος
|
|