προέρχομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προέρχομαι < αρχαία ελληνική προέρχομαι < πρό + ἔρχομαι (πηγαίνω μπροστά, φεύγω). Η νεότερη σημασία, σημασιολογικό δάνειο από γαλλικά: provenir [1]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προέρχομαι παρατατικός: προερχόμουν αόριστος: προήλθα (προφορικά: προήρθα)

  1. (κυριολεκτικά) έρχομαι από κάποιο μέρος ή τόπο,
  2. (μεταφορικά) εκπορεύομαι, πηγάζω
  3. κατάγομαι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  1. λήμμα: προέρχομαι στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας