Μετάβαση στο περιεχόμενο

come from

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας come from
γ΄ ενικό ενεστώτα comes from
αόριστος came from
παθητική μετοχή come from
ενεργητική μετοχή coming from

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
come from <  δείτε τις λέξεις come και from

come from (en)

  1. κατάγομαι από, προέρχομαι από, βγαίνω από, είμαι από τον τόπο γέννησής μου ή από τον τόπο που μένω
    παράδειγμα  Where do you come from?
    Από που κατάγεστε;
    παράδειγμα  I come from Sparta.
    Κατάγομαι από τη Σπάρτη.
    παράδειγμα  He comes from a good family.
    Κατάγεται από/Προέρχεται από/Βγαίνει από καλή οικογένεια.
    παράδειγμα  People coming from all parts of the country…
    Άνθρωποι προερχόμενοι από όλα τα μέρη της χώρας…
  2. προέρχομαι από, έρχομαι από, ξεκινώ από ένα συγκεκριμένο μέρος ή παράγεται από ένα συγκεκριμένο πράγμα
    παράδειγμα  an income coming from investments - εισόδημα που προέρχεται από επενδύσεις
    παράδειγμα  Many English words come from Greek.
    Πολλές αγγλικές λέξεις προέρχονται από τα Ελληνικά.
    παράδειγμα  The plan came from his brother.
    Το σχέδιο προήλθε από τον αδελφό του.
    παράδειγμα  Where does this coffee come from?
    Από πού έρχεται αυτός ο καφές;
  3. προέρχομαι από, βγαίνω από, είναι αποτέλεσμα κάτι
    παράδειγμα  Nothing good will come from this meeting.
    Τίποτα καλό δε θα προέλθει από αυτή τη συνάντηση.
    παράδειγμα  Nothing good will come from all of this.
    Δεν θα βγει τίποτα καλό από όλα αυτά.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη result