spring
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| spring | springs |
spring (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | spring |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | springs |
| αόριστος | sprang, sprung |
| παθητική μετοχή | sprung |
| ενεργητική μετοχή | springing |
| αγγλικά ανώμαλα ρήματα | |
spring (en)
- (αμετάβατο) αναπηδώ, πηδάω, τινάζομαι, πετιέμαι, για άτομο ή ζώο που κάνει απότομη κίνηση σε ιδιαίτερη κατεύθυνση
I spring to my feet.
- Αναπηδώ όρθιος.
He sprang behind a tree.
- Πήδηξε πίσω από ένα δέντρο.
He sprang up out of fear.
- Τινάχτηκε από φόβο.
The tiger sprang at the zebra.
- Η τίγρη τινάχτηκε πάνω στη ζέβρα.
He sprang out of his chair./He sprang from his chair.
- Πετάχτηκε από την καρέκλα του.
- ≈ συνώνυμα: → δείτε τη λέξη jump
- (αμετάβατο) τινάζομαι, αποδεσμεύω, για ένα αντικείμενο που κινείται ξαφνικά και βίαια
The branch sprung back and hit me in the face.
- Το κλαδί τινάχτηκε πίσω και με χτύπησε στο πρόσωπο.
The lid sprang open/sprung closed.
- Το καπάκι άνοιξε βίαια/έκλεισε ξαφνικά.
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- spring (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- spring (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 53-54, 277, 695, 700-701. ISBN 9780194325684., λήμμα: αναπηδώ, ελατήριο, πετάγομαι, πηδώ