πηδάω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηδάω < αρχαία ελληνική πηδάω, πηδῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /piˈða.ɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πηδάω/πηδώ, πρτ.: πηδούσα/πήδαγα, αόρ.: πήδησα/πήδηξα, παθ.φωνή: πηδιέμαι, π.αόρ.: πηδήχτηκα/πηδήθηκα, μτχ.π.π.: πηδηγμένος/πηδημένος

  1. κάνω άλμα συνήθως παρακάμπτοντας κάτι ενδιάμεσο
    • λυγίζω τα πόδια μου και εκτινάσσομαι προς τα πάνω και τελικά είτε πέφτω πάλι στο ίδιο σημείο είτε σε άλλο σημείο
      • (κατ’ επέκταση) πέφτω (από κάπου)
        πήδηξε από το μπαλκόνι στην αυλή και έσπασε το πόδι του
    • παραλείπω κάτι που βρίσκεται ανάμεσα σε άλλα
      για λόγους συντομίας θα πηδήξουμε το δεύτερο κεφάλαιο και θα διαβάσουμε κατευθείαν το τρίτο
    • αλλάζω θέμα συζήτησης ξαφνικά
      δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε αν πηδάς από το ένα θέμα στο άλλο
  2. (χυδαίο) κάνω έρωτα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Ενεργητικός αόριστος: πήδηξα και πήδησα

Παθητικός αόριστος: πηδήχτηκα και πηδήθηκα
Μετοχή παθητικού παρακειμένου: πηδηγμένος και πηδημένος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πηδάω < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πηδάω

  1. πηδάω
  2. (ειδικότερα) (για την καρδιά) χτυπάω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]