springen

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

springen 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

springen (de)

  1. τρέχω
  2. σπάω



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

springen 

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

springen (nl) (αόρ. : sprong, παθ. μτχ. : gesprongen)