χοροπηδώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χοροπηδώ < χορο- (< χορεύω) + πηδώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /xɔ.ɾɔ.piˈðɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

χοροπηδώ/χοροπηδάω, πρτ.: χοροπηδούσα/χοροπήδαγα, αόρ.: χοροπήδησα, (χωρίς παθητικούς τύπους)

  1. κάνω επανειλημμένα πηδήματα επί τόπου, σαν να χορεύω
    Έκρυψαν τα χέρια στις τσέπες τους κι άρχισαν να χοροπηδούν, για να ζεσταθούν. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  2. (κατ’ επέκταση) εκδηλώνω τη χαρά μου

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]