παράγοντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο παράγοντας οι παράγοντες
      γενική του παράγοντα
& παράγοντος
των παραγόντων
    αιτιατική τον παράγοντα τους παράγοντες
     κλητική παράγοντα παράγοντες
λόγια γενική:παράγοντος
όπως «φύλακας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράγοντας < αρχαία ελληνική παράγων

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράγοντας αρσενικό

  1. αυτό που μαζί με άλλα συναποτελεί ή συνδιαμορφώνει μια ευρύτερη έννοια/ενότητα ή οδηγεί σε ένα αποτέλεσμα
    το βιβλίο αναλύει τον οικονομικό παράγοντα των ιστορικών διεργασιών
    ο ψυχολογικός παράγοντας παίζει σπουδαίο ρόλο στην προετοιμασία των αθλητών
    οι ειδικοί ερευνούν τους παράγοντες που οδήγησαν στην οικονομική κρίση
  2. πρόσωπο με δύναμη ή επιρροή ή σημαντική προσφορά σε έναν τομέα
  3. (για να αναφερθεί η διπλωματική ή στρατιωτική επιρροή ξένης χώρας)
    Τι ρόλο θα παίξει ο αμερικανικός παράγοντας στη Μέση Ανατολή;
  4. (μαθηματικά) αριθμός (ή παράσταση) που πολλαπλασιάζεται με άλλον
    η διαφορά τετραγώνων x2-y2 μπορεί να αναλυθεί ως γινόμενο δύο παραγόντων (x+y)(x-y)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Μετοχή[επεξεργασία]

παράγοντας

  1. καθώς παράγω, κατά τη διάρκεια της παραγωγής
    Παράγοντας το ελαιόλαδο διαπίστωσαν ότι έπρεπε να είχαν...
  2. με το να παράγουν
    Το πέτυχαν παράγοντας πολύ καλής ποιότητας ελαιόλαδο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]